Capítulo 20 de 48
· 20
οὗτοι (scil Menedemus, Aristo, Zeno, Chrysippus) τὴν ἀρετὴν τοῦ ἡγεμονικοῦ τῆς ψυχῆς διάϑεσίν τινα καὶ δύναμιν γεγενημένην ὑπὸ λόγου, μᾶλλον δὲ λόγον οὖσαν αὐτὴν ὁμολογούμενον καὶ βέβαιον καὶ ἀμετάπτωτον ὑποτίϑενται" καὶ νομίζουσιν οὐκ εἶναι τὸ παϑητικὸν καὶ ἄλογον διαφορᾷ τινι καὶ φύσει ψυχῆς τοῦ λογικοῦ διακεκριμένον, ἀλλὰ τὸ αὐτὸ τῆς ψυχῆς μέρος, ὃ δὴ καλοῦσι διάνοιαν καὶ ἡγεμονικόν, διόλου τρεπόμενον καὶ μεταβάλλον ἔν τε τοῖς πάϑεσι καὶ ταῖς κατὰ ἕξιν ἢ διάϑεσιν μεταβολαῖς, κακίαν τε γίνεσϑαι καὶ ἀρετήν, καὶ μηδὲν ἔχειν ἄλογον ἐν ἑαυτῷ" λέγεσϑαι δὲ ἄλογον, ὅταν τῷ πλεονάξοντι τῆς ὁρμῆς ἰσχυρῷ γενομένῳ καὶ κρατήσαντι πρός τι τῶν ἀτόπων παρὰ τὸν αἱροῦντα λόγον ἐχφέρηταν" καὶ γὰρ τὸ πάϑος εἶναι λόγον πονη- ρὺν x«l ἀκόλαστον, ἐκ φαύλης καὶ διημαρτημένης χρίσεως σφοδρότητα καὶ ῥώμην προσλαβόντα.
203 Stobaeus Ecl. II 7, 1 p. 38, 10 W. οἱ δὲ χατὰ Ζήνωνα τὸν Στωικὸν τροπικῶς" ἦϑός ἐστι πηγὴ βίου, ἀφ᾽ ἧς αἱ κατὰ μέρος πρά- ἕξεις ῥέουσι.
204 Diogenes Laért. VII 118. κατὰ Ζήνωνα καταληπτὸν εἶναι τὸ ἦϑος ἐξ εἴδους. --- Aétius IV 9,11 (DDG p. 398). οἱ Zroixoi τὸν σοφὸν αἰσϑήσει καταληπτὸν ἀπὸ τοῦ εἴδους τεχμηριωδῶς.
20 VI. De affectibus. (Vol. III p. 92.) 205 Diogenes Laért VII 110. ἔστι δὲ αὐτὸ τὸ πάϑος κατὰ Ζή- γῶνα ἡ ἄλογος x«l παρὰ φύσιν ψυχῆς κίνησις. ἢ δρμὴ “πλεονάξουσα. Cieero Ταβο. disp. IV 11. est igitur Zenonis haec defimitio wt per- 45 jwrbatio sit, quod πάϑος ille dicit, aversa a recta ratione contra na- turam. anim? commotio. Quidam brevius, perturbationem esse appetitum vehementiorem. — 1b. 41. defimitio perturbationis, qua recte Zenonem usum puto; ta emm definit, wt perturbatio sit aversa a ratione contra naturam ammi commotio, vel brevius, wt perturbatio sit appetitus vehe- 3o?entior, vehementior autem intellegatur is, qui procul absit a naturae constantia. — Cicero de off. I 8 186. perturbationes, id est, motus anim mimos ration? mon obtemperantes. Stobaeus Ecl Π 7,2 p. 44,4. πᾶν πάϑος ὁρμὴ πλεονάζουσα. — ib. 7, 10 p. 88,8. πάϑος δ᾽ sivat φασιν δρμὴν πλεονάζουσαν καὶ ἀπειϑῆ 35 τῷ αἱροῦντι λόγῳ ἢ κίνησιν ψυχῆς (XAoyov» παρὰ φύσιν. — Plut. in fragm. utr. anim. an corp. libid. et aegrit. c. 1 Andron. περὶ παϑῶν c. 1. 206 Stobaeus Ecl II 7, 1 p. 39, 5b W. ὡς δ᾽ ὁ Στωικὸς ὡρίσατο Ζήνων" πάϑὸς ἐστὶν ὁρμὴ πλεονάξουσα. οὐ λέγει «πεφυκυῖα πλεονά-
19 καταληπτικόν Diels. 35 ἄλογον add. Wachsmuth.
Ce, ἀλλ᾽ ἤδη ἐν πλεονασμῷ οὖσα' οὐ γὰρ δυνάμει, μᾶλλον δ᾽ ἐνερ- γείᾳ. ὡρίσατο δὲ κἀκείνως" «“πάϑος ἐστὶ πτοία ψυχῆς“, ἀπὸ τῆς τῶν πτηνῶν φορᾶς τὸ εὐκίνητον τοῦ παϑητικοῦ παρεικάσας. — Cf. ib. II {,10 p. 88, 11. διὸ χαὶ πᾶσαν πτοίαν πάϑος εἶναι (xal πάλιν (x&v) πάϑος πτοίαν.
207 Cieero Acad. Post. I 38. cwmque perturbationem animi illi ex hom?ne non tollerent — -- sed ea contraherent in| angustumque de- ducerent, hic (scil. Zemo) ommibus his quasi morbis voluit carere sa- pientem; cumque eas perturbationes antiqui maturales esse dicerent et rationis expertes aliaque n. parte amimi cupiditatem, alia, rationem collo- carent, ne his quidem. adsentiebatur. mam. et. perturbationes voluntarias esse putabat opinionisque udicio suscipi et ommum perturbationum matrem, esse arbitrabatur àmmoderatam | quandam | intemperantiam. — Cf. III n. 447. (ubi Zenonis nomen occurrit.)
208 Themistius de An. 90b Spengel II 197, 24. x«i οὐ κακῶς οἱ ἀπὸ Ζήνωνος τὰ πάϑη τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς τοῦ λόγου διαστρο- φὰς εἶναι τυϑέμενοι καὶ λόγου κρίσεις ἡμαρτημένας.
209 Galenus de Hippocr. et Plat. plae. V I (V 429 Κὶ, p. 405 ed. Iu. Müller) Ζήνων οὐ τὰς κρίσεις αὐτὰς ἀλλὰ τὰς ἐπιγιγνομένας αὐταῖς συστολὰς x«i διαχύδεις ἐπάρδεις τε καὶ [τὰς] πτώσεις τῆς ψυχῆς ἐνό- μιξεν εἶναι τὰ πάϑη. — ib. IV 8 (V 817 K. p. 348 ed. Iu. Müller). x«i γὰρ Ζήνωνι κατά ys τοῦτο — καὶ πολλοῖς ἄλλοις μάχεται τῶν Στωϊκῶν, oU οὐ τὰς κρίσεις αὐτὰς τῆς ψυχῆς ἀλλὰ [καὶ] τὰς ἐπὶ ταύ- ταις ἀλόγους συστολὰς καὶ ταπεινώσεις καὶ δήξεις ἐπάρσεις ve καὶ διαχύσεις ὑπολαμβάνουσιν sive, τὰ τῆς ψυχῆς mé).
210 Galenus de Hippoer. et Plat. plac. III 5 (V p.332 Κὶ,, p. 299 Iu. Müller) καὶ μηκέτι παρ᾽ ἡμῶν ἕτέραν ἐπιξητεῖν ἀπόδειξιν ὑπὲρ τοῦ τοὺς φόβους καὶ τὰς λύπας καὶ πάνϑ᾽ ὅὕδα τοιαῦτα πάϑη κατὰ τὴν καρδίαν συνίστασθαι. ἀλλὰ τοῦτο μὲν καὶ παρ᾽ αὐτῶν ὁμολο-
γούμενον λαμβάνεται τῶν Στωϊχῶν" οὐ μόνον γὰρ Χρύσιππος ἀλλὰ:
καὶ Κλεάνϑης καὶ Ζήνων ἑτοίμως αὐτὸ τιϑέασιν.
211 Diogenes Laért. VIL 110. τῶν παϑῶν τὰ ἀνωτάτω (καϑά φησιν... Ζήνων ἐν τῷ περὶ παϑ'ῶν) εἶναι γένη τέτταρα, λύπην, φόβον, ἐπιϑυμίαν, ἡδονήν. --- Stob. Ecl. II 7, 10 p. 88,14. πρῶτα δ᾽ εἶναι τῷ γένει ταῦτα τὰ τέσσαρα, ἐπυϑυμίαν, φόβον, λύπην, ἡδονήν.
212 Cicero Tusc. disp. III 14, (5. Satis dictum esse arbitror. aegri-
2 ποιὰ FP, corr. Wachsm. cf. Ohrysipp. fr. eth. 476 Vol. III p. 127, 30. 4 x«l add. Heeren. | πᾶν add. Meineke. 6 perturbationes Walker. 7 eas Walker. 10 (in» alia Lambin. 20 διαχύσεις Iu. Müller, χύσεις Marcianus, λύσεις ceteri. {τὰς del. Müller. 28 καὶ del. Cornarius. 24 δείξεις libri, δήξεις Cornarius, 31 αὐτὰ libri, corr. Müller. 4*
tudinem esse opinionem mali praesentis, in qua. opinione illud insit, ut aegritudinem | suscipere. oporteat. Additur ad hane definitionem ὦ Ze- none recle, ut illa, opinio praesentis mali sit recens. Galen de Hipp. et Plat. plac. IV 7 (p. 416 K,, p. 391 Iu. Müller). ὁ »δ γοῦν ὅρος obvoc^, φησίν (Posidonius), 0 τῆς λύπης, ὥσπερ οὖν καὶ ἄλλοι πολλοὶ τῶν παϑῶν ὑπό τε Ζήνωνος εἰρημένοι καὶ πρὸς τοῦ Χρυσίππου γεγραμμένοι σαφῶς ἐξελέγχουσι τὴν γνώμην αὐτοῦ. δόξαν γὰρ εἶναι πρόσφατον τοῦ κακὸν αὐτῷ παρεῖναί φησι τὴν λύπην. ἔν ᾧ καὶ συντομώτερον ἐνίοτε λέγοντες ὧδέ zog προφέρονται᾽ λύπη ἐστὶ 10 δόξα πρόσφατος κακοῦ παρουσίας“. 918 Lactantius Inst. div. III 29. infer. vitóa, et. morbos masericor- diam ponit (Zeno). — id. Epist. ad Pentad. 38. Zeno Stoicorum ma-
gister, qui virtutem. laudat, misericordiam... tamquam morbum animi duwdicawit. 15 214 Cieero pro Mur. 8 61. sapientem gratia. nunquam | moveri,
nunquam cuiusquam, delicto àgnoscere; neminem. misericordem esse misi stultum et levem; viri non esse meque exorari neque placari. 215 Seneca de Ira 1 16, T. Nam, ut dicit. Zenon, in. sapientis quo- que animo, etiam cum vulnus sanatwm est, cicatriz manet. | Sentict ita- 40 Que suspiciones quasdam. et. wmbras affectuum, ipsis quidem. carebit.
VII. De sapiente et insipiente. (Vol. III p. 146.) De sapiente n. 216—223a. — Peccata esse paria n. 224. — De in- sipiente n. 225—229.
35 216 Stobaeus Ecl II 7, 11g p. 99, 8 W. ἀρέσκει γὰρ τῷ vs Ζή- vov, καὶ roig ἀπ᾿ αὐτοῦ Στωικοῖς φιλοσόφοις δύο γένη τῶν ἀνϑρώ- zv siv«t, τὸ μὲν τῶν σπουδαίων, τὸ δὲ τῶν φαύλων" καὶ τὸ μὲν τῶν σπουδαίων διὰ παντὸς τοῦ βίου χρῆσϑαι ταῖς ἀρεταῖς, τὸ δὲ τῶν φαύλων ταῖς κακίαις" ὅϑεν τὸ μὲν ἀεὶ κατορϑοῦν ἐν ἅπασιν οἷς προῦ- τίϑεται, τὸ δὲ ἁμαρτάνειν. καὶ τὸν μὲν σπουδαῖον ταῖς περὶ τὸν βίον ἐμπειρίαις χρώμενον ἐν τοῖς πραττομένοις ὑπ᾽ αὐτοῦ πάντ᾽ εὖ ποιεῖν, καϑάπερ φρονίμως καὶ σωφρόνως καὶ κατὰ τὰς ἄλλας ἀρετάς" τὸν δὲ φαῦλον κατὰ τοὐναντίον κακῶς. καὶ τὸν μὲν σπουδαῖον μέγαν καὶ ἁδρὸν καὶ ὑψηλὸν καὶ ἰσχυρόν. μέγαν μὲν ὅτι δύναται ἐφικνεῖσϑαι ss τῶν χατὰ προαίρεσιν ὄντων αὐτῷ καὶ προκειμένων" ἁδρὸν δέ, ὅτι
ἐστὺν ηὐξημένος πάντοϑεν᾽ ὑψηλὸν δ᾽, ὅτι μετείληφε τοῦ ἐπιβάλλον-
(ὃ λύπης Cornarius, ἄτης libri. — 8 τὸ libri, corr. Müller. 9 pro ἐν à. exspectaveris ὃν. 1
vog ὕψους ἀνδρὶ γενναίῳ καὶ σοφῷ. καὶ ἰσχυρὸν δ᾽, ὅτι τὴν ἐπιβάλ- λουσαν ἰσχὺν περιπεποίηται, ἀήττητος Qv καὶ ἀκαταγώνιστος. παρ᾽ ὃ καὶ οὔτε ἀναγκάξεται. ὑπό τινος οὔτε ἀναγκάζει τινα; οὔτε κωλύεται οὔτε κωλύει. οὔτε βιάξεται ὑπό τινος οὔτ᾽ αὐτὸς βιάζει τινα, οὔτε δεσπόξει οὔτε δεσπόζεται. οὔτε κακοποιεῖ τινα οὔτ᾽ αὐτὸς κακοποιεῖ- ται, οὔτε κακοῖς περιπίπτει «οὔτ᾽ ἄλλον ποιεῖ κακοῖς περιπίπτειν). οὔτε ἐξαπατᾶται οὔτε ἐξαπατᾷ ἄλλον, οὔτε διαψεύδεται οὔτε ἀγνοεῖ οὔτε λανϑάνει ἑαυτόν, οὔτε χαϑόλου ψεῦδος ὑπολαμβάνει" εὐδαίμων δέ ἔστιν μάλιστα καὶ εὐτυχὴς καὶ μακάριος καὶ ὄλβιος καὶ εὐσεβὴς καὶ ϑεοφιλὴς καὶ ἀξιωματικός, βασιλικός τὲ καὶ στρατηγικὸς xol πο- λιτικὸς καὶ οἰκονομικὸς x«i χρηματιστικός. τοὺς δὲ φαύλους ἅπαντα τούτοις ἐναντία ἔχειν.
217 Athenaeus IV 158 B. Στωικὸν δὲ δόγμα ἐστίν ὅτι πάντα τε εὖ ποιήσει ὁ σοφὸς καὶ φακῆν φρονίμως ἀρτύσει" διὸ καὶ Τίμων ὁ Φλιάσιος ἔφη (fr. 22 Wachsm.) [καὶ]
».Zqvàóvaóv ys φακῆν ἕψειν ὃς μὴ φρονίμως μεμάϑηκεν“" ὡς οὐκ ἄλλως δυναμένης ἑψηϑῆναι φακῆς εἶ μὴ κατὰ τὴν Ζηνώνειον ὑφήγησιν ὃς ἔφη
εἷς δὲ φακῆν ἔμβαλλε δυωδέκατον κοριάννου“.
918 Philo περὶ τοῦ πάντα σπουδαῖον ἐλεύϑερον εἶναι Vol. II p. 45 Mang. ἄξιον τὸ Ζηνώνειον ἐπιφωνῆσαν ὅτι ϑᾶττον ἂν ἀσκὸν βαπτίσαις πλήρη πνεύματος ἢ βιάδσαιο τὸν δπουδαῖον ὁντινοῦν ἄκοντα δρᾶσαί τι τῶν ἀβουλήτων. ἀνένδοτος γὰρ καὶ ἀήδσητος ψυχή, ἣν ὀρϑὸς λόγος δόγμασι παγίοις ἐνεύρωσε.
219 Plutarchus de aud. poét. 12 p. 33d. καὶ ὁ Ζήνων ἐπανορ- ϑούμενος τὸ τοῦ Σοφοκλέους (Nauck fr. trag. p. 253)
κείνου ᾽στὶ δοῦλος, κἂν ἐλεύϑερος μόλῃ μετέγραφεν
οὐκ ἔστι δοῦλος, ἣν ἐλεύϑερος μόλῃ. τᾷ ἐλευϑέρῳ νῦν συνεχφαίνων τὸν ἀδεᾶ καὶ μεγαλόφρονα καὶ ἀτα- πείνωτον.
Usa las flechas ← → del teclado para pasar de capítulo.